δαιτρός

δαιτρός, , ([etym.] δαίω)
A one that carves and portions out, esp. meat at table, Od.1.141, 17.331, Lyc.35, Nic.Al.258, Ath.1.12d.
II hereditary priest who officiated at the Dipolia, Porph.Abst.2.30.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαιτρός — δαιτρός, ο (Α) 1. αυτός που κόβει και μοιράζει το κρέας στο τραπέζι 2. το κληρονομικό αξίωμα τού ιερέα που εκτελούσε χρέη δαιτρού στα Διπόλια*. [ΕΤΥΜΟΛ. < δαίομαι (βλ. δαίω II) + (επίθημα) τρος (πρβλ. ιατρός)] …   Dictionary of Greek

  • δαιτρός — one that carves and portions out masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιτροί — δαιτρός one that carves and portions out masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιτρούς — δαιτρός one that carves and portions out masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιτρόν — δαιτρόν, το (Α) μερίδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού δαιτρός* από το ρ. δαίομαι (βλ. δαίω ΙΙ) + (επίθημα) τρον ή, κατ άλλους, απευθείας < δαιτρός] …   Dictionary of Greek

  • dā : dǝ- and dāi- : dǝi- : dī̆- —     dā : dǝ and dāi : dǝi : dī̆     English meaning: to share, divide     Deutsche Übersetzung: “teilen, zerschneiden, zerreißen”     Grammatical information: originally athemat. Wurzelpräsens.     Material: O.Ind. dü ti, dyáti “clips, cuts,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • IONA sive IONAS — IONA, sive IONAS unus es 12. minoribus Prophetis. Incepit sub Ioa et Amazia. secundum quosdam, munere suo erga Ninevitas defungi, A. M. 3211. Aliis id in A, C. 3168. reicientibus. Vide deillo 2. Reg. c. 14. v. 25. et Prophetiam eius, 4. capp.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αλείτης — ἀλείτης, ο (Α) 1. (για τον Πάρι και τούς μνηστήρες τής Πηνελόπης) αμαρτωλός, ανόσιος, κακούργος 2. αυτός που δεν φέρθηκε σωστά σε κάποιον, που έσφαλε απέναντί του. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνήθως το επίθ. συνδέεται με λ. από τη γερμανική… …   Dictionary of Greek

  • δαιτρεύω — (AM) [δαιτρός] μσν. μεταδίδω κάτι σε κάποιον, καθιστώ κάποιον κοινωνό σε κάτι αρχ. 1. μοιράζω, κόβω σε μερίδες το κρέας 2. σφάζω 3. (για άγρια ζώα) κατασπαράσσω, καταβροχθίζω λεία …   Dictionary of Greek

  • δαιτροσύνη — δαιτροσύνη, η (Α) [δαιτρός] η τέχνη τού δαιτρού*, τού να κόβει και να μοιράζει κάποιος το κρέας …   Dictionary of Greek

  • επίδαιτρον — ἐπίδαιτρον, τὸ (Α) γλυκό που προσφέρεται μετά το δείπνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δαιτρός (< δαίομαι «μοιράζω») «αυτός που χωρίζει τις μερίδες τού φαγητού»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.